Page 69 - animals

Basic HTML Version

69
Π
Παγγαία ή Πανγαία:
η υπερήπειρος που πριν από 200εκατομμύρια χρόνια περιείχε της έξι ηπείρους που υπάρχουν
σήμερα.
Παλίρροια:
το φαινόμενο της περιοδικής ανύψωσης και υποχώρησης της στάθμης της θάλασσας.
Πανδαιμόνιο:
η κατάσταση κατά την οποία επικρατούν εκκωφαντικοί θόρυβοι από κραυγές, φωνές και κρότους σε
συνδυασμό με πλήρη σύγχυση και αταξία.
Πανικός:
ο έντονος φόβος που παραλύει τη λογική σκέψη και οδηγεί κάποιον σε κατάσταση εκτός ελέγχου.
Πρόσκρουση:
το χτύπημα, η σύγκρουση κάποιου σώματος με ένα άλλο.
Προσόν:
οτιδήποτε αποτελεί ξεχωριστή ικανότητα ή ιδιότητα (κάποιου), κάθε στοιχείο που ενισχύει την αξία του.
Προορισμός:
ο σκοπός της ύπαρξης – Η κατεύθυνση προς ορισμένο τόπο, το σημείο στο οποίο επιθυμεί κάποιος
να φτάσει.
Πέλμα:
η κάτω επιφάνεια του ποδιού από τη φτέρνα ως την άκρη των δαχτύλων, στην οποία στηρίζεται το πόδι και
η οποία έρχεται σε επαφή με το έδαφος.
Πτοήθηκα:
μου προκλήθηκε φόβος που μου έκανε να διστάσω και να δείξω δειλία. Χάθηκε το ηθικό μου.
Πρόγονος:
το πρόσωπο από το οποίο κατάγεται κανείς – ο συγγενής του μακρινού παρελθόντος (παππούς,
προπάππος κ.λ.π.).
Παλαιοντολόγος:
ο επιστήμονας που ασχολείται με την επιστήμη της παλαιοντολογίας (Η επιστήμη που έχει
ως αντικείμενο μελέτης τους οργανισμούς που έζησαν στη Γη κατά τη διάρκεια των παλαιότερων γεωλογικών
εποχών).
Ρ
Ρόμπολο:
είδος πεύκου που ζει σε υψόμετρο πάνω από 1500μ. – τέτοια δέντρα βρίσκουμε κυρίως στην Βάλια Κάλντα
στη βόρεια Πίνδο, στο νομό Γρεβενών.
Ροή:
η συνεχής κίνηση προς ορισμένη κατεύθυνση και η ποσότητα του υγρού που ρέει στην επιφάνεια ρεύματος
(νερού, ποταμού, θάλασσας, λαδιού, αίματος, κυκλοφορίας αυτοκινήτων κ.λ.π.).
Σ
Σπλάχνα:
καθένα από τα όργανα που βρίσκονται στις κοιλότητες ανθρώπινου ή ζωικού οργανισμού, δηλ. τα όργανα
του αναπνευστικού, του πεπτικού και του ουροποιητικού συστήματος. Στο κείμενο υπάρχει μεταφορά.
Σαρκοφάγος:
αυτός που τρέφεται μόνο με σάρκες: ο λύκος, το λιοντάρι, η αλεπού κ.ά.
Σφοντύλι:
ζαλίζομαι ύστερα από δυνατό χτύπημα (μτφ.).
Σαλαμάνδρα:
αμφίβιο με ουρά (σαύρα). Δέρμα με μαύρο χρώμα, με μεγάλες κίτρινες ή πορτοκαλί κηλίδες, που
τρέφεται συνήθως με αργοκίνητα ασπόνδυλα (σαλιγκάρια κ.ά.).
Σειόταν:
κουνιόταν έντονα από σεισμική δραστηριότητα.
Συρρικνώθηκε:
έγινε πάρα πολύ μικρός – περιορίστηκε – ‘’μαζεύτηκε’.’
Συσκότιση:
το να συσκοτιστεί κάτι εντελώς, να βυθιστεί στο σκοτάδι.
Σύνεση:
η σοφία που εφαρμόζει κανείς σε ζητήματα της καθημερινότητας.